εικόνα: Darina Okaliova
Ο έρωτας και η δημιουργία είναι σφιχτά ενωμένα. Είναι σαν την κλεψύδρα. Μία ρέουν οι κόκκοι της δημιουργίας προς τον έρωτα και μία οι κόκκοι του έρωτα προς την δημιουργία. Τα πάντα ρει.
Όταν αγαπώ μπορώ να δημιουργήσω τα πάντα, όταν δημιουργώ μπορώ να αγαπήσω το πάν.
Μία-δύο βδομάδες μετά το απόγευμά μου με τον Μπόρια στον κινηματογράφο ήταν να πάω για τρίτη φορά στην Ελλάδα να επισκεφτώ τον Νίκο. Ήταν Φλεβάρης και όλα ήταν κανονισμένα από πριν. Ο Νίκος ήταν ήδη το δέκατο μήνα στο στρατό. Στην Κρήτη όπου υπηρετούσε ήταν όλα υπέροχα. Το χωνάκι της ψυχής μου ξεχείλιζε από το καϊμάκι της πλήρης ειλικρίνειας. Ένιωθα σαν πρώτο ερωτευμένη. Όλα ήταν φρέσκα, ζουμερά, ανοιχτοπράσινα. Άνθιζαν σύγχρονα οι ελιές, τα κίτρινα τριαντάφυλλα και οι κόκκινες σαρδελιές - πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τόσο μεγάλες σαρδελιές. Και οι μανταρινιές και οι λεμονιές - γεμάτες καρπούς, το ίδιο γεμάτες σαν την καρδιά μου! Και στις κορυφές των βουνών… χιόνι. Στο ελεύθερο χρόνο πήρα ένα ποδήλατο και γύρισα με αυτό όλα τα χωριουδάκια του κάμπου φαντάζοντας να κρατάω στα χέρια μου μία βίντεο-κάμερα.
Δεν με ένοιαζε ο Μπόρια, δεν με ένοιαζε τίποτα.
Όταν επέστρεψα, άρχισα εντατικά να κάνω σημειώσεις για το πρώτο μου βιβλίο.
Ζούσα με τον Ήλιο αγκαλιά.
Μία καυτή μπάλα.
Στα διάφορα βιβλία επιστημονικής φαντασίας γράφουν ότι οι εξωγήινοι μπορεί να είναι για παράδειγμα σκεπτόμενες πέτρες. Ή ένας ιδιοφυής ωκεανός. Ή ακόμα ένα υπέρ-μεγαλοφυής σύννεφο που ξέρει να αλλάζει ακόμα και την τροχιά των αστέρων και να μπαίνει στο συνειδητό τον όντων…
Ένα σύννεφο…, μία μπάλα από καυτά εκρηξιγενής αέρια.
Ο Ήλιος.
Όταν ο Θεός, όταν ο Ήλιος δημιούργησε τη φωτοσύνθεση, αυτό στάθηκε για πολύ καιρό η πιο μεγαλοφυής εφεύρεση. Μα το κάθε καλό φέρνει και κάτι κακό. Μαζί με τη φωτοσύνθεση ήρθε και το τέλος της αναπαραγωγής μέσω της διαίρεσης των κυττάρων, της μίτωσης, παρουσιάστηκε και ο Θάνατος. Και ακόμα κάτι. Με τις όλο και πιο προχωρημένες μεθόδους αναπαραγωγής άρχισε να ξεθυμαίνει η δύναμη της τυφλής αναπαραγωγικής ορμής. Ο Θεός έπρεπε να βρει κάτι άλλο, να κάνει τις καινούργιες εφευρέσεις της ζωής πιο όμοιές του. Να τους μπολιάσει με κάτι το θεϊκό. Με τι;
Την γήινη παραλλαγή της Θεϊκής Αγάπης, την επίγεια μορφή της Αγάπης, τον έρωτα!
Και ο Ήλιος είναι ο μεγαλοφυής Δημιουργός της ζωής. Τι το πιο φυσικό!
Ξαφνικά ένοιωθα δέος.
Σήμερα το πρωί, αποκοιμήθηκα για να πάω στη δουλειά. Κάτι το φοβερό! Μα μετά από δέκα λεπτά, ίσα-ίσα για να προλάβω το λεωφορείο, ξαφνικά άκουσα στον ύπνο μου να πιάνει μία δυνατή βροχή. Ο Θεός μου! Φρόντισε να με ξυπνήσει! Ο Ήλιος δεν ρυθμίζει τη βροχή; Ξύπνησα, και όταν βγήκα στον δρόμο, και πάλι έλαμπε χαμογελώντας ο Ήλιος μου.
Οι άνθρωποι πάντα καταφέρνουν να μην προσέξουν τα πιο φυσιολογικά και εμφανή φαινόμενα. Τα πιο απλά. Ότι η γη είναι στρογγυλή! Ότι η γη δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος! Ότι το φως του ήλιου είναι ο δημιουργός…
Είχα ριχτεί λοιπόν χαρούμενα στη δημιουργία. Ήθελα να μαζέψω όσο πιο πολλές εμπειρίες γινόταν. Έγραψα πολλά άρθρα για το «Νέο λόγο». Επιτέλους! Ώσπου ήρθε το καλοκαίρι. Κάτι μεγάλο με περίμενε.
Μία μέρα γιορτάζαμε και πάλι στη σύνταξη κάποια γενέθλια. Βράδιασε και στην αίθουσα συνεδριάσεων μείναμε μόνο λίγοι. Ξαφνικά γυρνάει προς το μέρος μου ο Μπόρια και με ρωτάει ψιθυρίζοντας: «Πάμε κάπου;»
Δεν το περίμενα και έτσι μόνο σήκωσα τους ώμους. Δηλαδή θα πήγαινα αλλά μου ήρθε ξαφνικό.
Στον έρωτα - όταν παλεύουν δύο για τη αγάπη κάποιου ή κάποιας - νικάει πάντα αυτός που έχει τις πιο μεγάλες ερωτικές εμπειρίες. Αυτό είναι χίλιες φορές διαπιστωμένο από την πλευρά μου. Έτσι νίκησα εγώ την Πολωνέζα συμμαθήτριά μας που ήθελε πολύ το Νίκο. Ήταν ακόμα παρθένα. Ατύχησε.
Εκείνη τη στιγμή που με απευθύνθηκε σε μένα ο Μπόρια, η Νατάσα - μία συνάδελφος μας που ήταν παντρεμένη με δύο παιδιά μα είχε συνέχεια και κανέναν εραστή, πλησίασε τον Μπόρια από την άλλη πλευρά και του ψιθύρισε: «Έλα σπίτι μου!»
Ο Μπόρια δεν περίμενε άλλο τη απάντησή μου, σηκώθηκε και έφυγε με τη Νατάσα. Η Νατάσα ήταν αναμφίβολα πιο πεπειραμένη. Αλλά ούτε εγώ δεν πήγαινα πίσω.
‘Α, έτσι;’ σκέφτηκα τότε: ‘Αν μπορεί η Νατάσα, μπορώ και εγώ!’ και τότε αποφάσισα ότι - βεβαίως - ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.
Ίσως να είχα μία άλλη τύχη αν τύχαινε ένα καλοκαίρι, στα δεκαπέντε μου, σε μία κατασκήνωση, να πέσω στα χέρια ενός γυμναστή - πολύ μεγάλου γυναικά. Σε αυτή την κατασκήνωση κοντά σε μία μεγάλη λίμνη, τρεις μέρες ολόκληρες τριγυρνούσα σαν μεθυσμένη ανάμεσα στις σκηνές, έτοιμη να του δοθώ, απλώς έτσι ένιωθα, έτοιμη να τον ακολουθήσω στη σκηνή του, σαν το προβατάκι το βοσκό του. Πώς το είχα πάθει; Μία μέρα στεκόμασταν μία ομάδα κοριτσιών κοντά στη λίμνη και παρακολουθούσαμε τις υπόλοιπες να κωπηλατούν. Ο γυμναστής με πλησίασε από πίσω και με έπιασε, ανυποψίαστη, από τη μέση. Με κούνησε για πλάκα ότι δήθεν με σπρώχνει στο νερό. Έκανα ένα «ΆΆΆ», ξεγλίστρησα από τα χέρια του και έκατσα λίγο παραπέρα. Είχα την ατυχία να φύγει την άλλη μέρα.
Δεν είχα και πολλές ευκαιρίες για εφηβικές περιπτύξεις γιατί στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον μου είχα γύρω μου όλο κορίτσια.
Όλα άλλαξαν στο Πανεπιστήμιο και ακόμα περισσότερα στη δουλειά.
Κατάλαβα ότι τώρα η ζωή ξεδιπλώνεται μπροστά μου και εγώ πρέπει να τη βιώσω, να τη φαω με μεγάλες μπουκιές. Είναι ωραίο να ζεις…
Πέρασαν δέκα μέρες από τη βραδιά που πήγε ο Μπόρια στο σπίτι της Νατάσας. Τις πέρασα σαν μεθυσμένη, σαν περιτριγυρισμένη από ένα γλυκό ροζ σύννεφο, πηγαίνοντας το πρωί να τρέχω γύρω από μία λιμνούλα και να μαζεύω λουλούδια στην ακτή.
